ΑΠΟ ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΣΤΗΝ ΤΡΙΤΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

 

 

 

ΜΙΑ ΠΡΟΤΑΣΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΚΑΙ ΑΞΙΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΦΡΟΝΤΙΣΤΩΝ

 

            Το εκπαιδευτικό ζήτημα είναι, εξ ορισμού, εξαιρετικά σημαντικό και πολυσύνθετο. Η ίδια η φύση της εκπαίδευσης, θέτει σε κάθε βελτιωτική προσπάθεια ένα τεράστιο πλήθος παραμέτρων, καθιστώντας τα προβλήματα δυσεπίλυτα και, πολλές φορές, τις ιδανικές λύσεις ουτοπικές, πρακτικά ανεφάρμοστες.

Η χάραξη, διασαφήνιση και ανάδειξη του ρόλου της ανώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (Λύκειο), καθώς και οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία μετάβασης στην επόμενη βαθμίδα εκπαίδευσης, συνιστούν ένα (ακόμη) πρόβλημα, το οποίο, άμεσα και επιτακτικά, ζητά τη βέλτιστη λύση.

Όποιος επιθυμεί να εθελοτυφλεί, αντιμετωπίζοντας το νόμιμο και πιστοποιημένο φροντιστήριο ως «παραπαιδεία» και τον Έλληνα φροντιστή ως τον… αποδιοπομπαίο τράγο της Ελληνικής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, μπορεί, φυσικά, να αδιαφορήσει για τα επιχειρήματα που καταγράφονται σε αυτό το κείμενο. Όποιος, όμως, αντιλαμβάνεται ότι, ένας επαγγελματικός κλάδος που λειτουργεί αδιάλειπτα περισσότερο από έναν αιώνα χωρίς καμία Κρατική ενίσχυση ή παροχή (το αντίθετο μάλιστα…), δεν μπορεί παρά να παρέχει χρήσιμες και ουσιαστικές εκπαιδευτικές υπηρεσίες, μπορεί να μελετήσει προσεκτικά (και) αυτήν την πρόταση.

Σε τελική ανάλυση, άλλωστε, ο τρόπος με τον οποίο συνδιαλεγόμαστε στο πεδίο κάθε σημαντικής αναζήτησης, είναι ένας δείκτης της ποιότητας την οποία (υποτίθεται πως) αξίζουμε και διεκδικούμε, μια έμμεση αλλά σαφής απάντηση στο πάντα κρίσιμο ερώτημα: Πόση δημοκρατία, στ` αλήθεια, επιθυμούμε και αντέχουμε;

 

 

Το Γενικό Πλαίσιο.

 

1. Η Σχέση του Λυκείου με την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση.

            Είναι αναμενόμενο, απολύτως φυσιολογικό και θεμιτό, στο νου κάθε μαθητή του Λυκείου, να δημιουργούνται σκέψεις και ερωτηματικά για το μέλλον. Κυρίαρχη θέση σε αυτήν τη (χρήσιμη, σκόπιμη και δημιουργική) αναζήτηση, κατέχει το ζήτημα της συνέχισης – ή μη – των σπουδών. Αυτή η γόνιμη ανάγκη – επιθυμία των μαθητών, είναι ο σαφέστερος και ισχυρότερος συνδετικός κρίκος της ανώτερης δευτεροβάθμιας με την τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Όμως, η σύνδεση του Λυκείου με τη διαδικασία εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, πέρα από τη σημαντικότατη χρονική της νομοτέλεια που αναφέρθηκε πιο πάνω, πηγάζει και από το ισχύον νομικό πλαίσιο: Σκοπός του Ενιαίου Λυκείου είναι… η προσφορά στους μαθητές των απαραίτητων γνώσεων και εφοδίων, για τη συνέχιση των σπουδών τους στην επόμενη εκπαιδευτική βαθμίδα… (Ν. 2525/97). Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, ότι στα εκπαιδευτικά συστήματα των περισσότερων Ευρωπαϊκών χωρών, η φοίτηση στο Λύκειο δεν είναι αποσυνδεδεμένη από τη μετάβαση στην επόμενη βαθμίδα εκπαίδευσης.

Το θέμα λοιπόν δεν είναι πώς θα αποσυνδέσουμε το Λύκειο από την εισαγωγή στο Πανεπιστήμιο, αλλά πώς θα καταστήσουμε το Λύκειο ισχυρό, αξιόλογη και σημαντική βαθμίδα εκπαίδευσης, στη συνείδηση των μαθητών, των γονέων και ολόκληρης της Ελληνικής κοινωνίας.

 

2. Η Αξιολόγηση (;) Μέσα στο Λύκειο.

Η πολυθρύλητη και περιζήτητη «αυτοδυναμία» - «αυτονομία» του Λυκείου, απαιτεί ρίξεις και ανατροπές που έχουν δύο όψεις: Η μία αφορά στον συγκεντρωτισμό του εκπαιδευτικού μας συστήματος, συγκεντρωτισμός ο οποίος συχνά γίνεται ασφυκτικός, αφαιρώντας από την εκπαιδευτική μονάδα και τον εκπαιδευτικό κάθε δυνατότητα αυτενέργειας. Η άλλη, αφορά στην καταστρεπτική (αλλά ουδέποτε αναφερόμενη ή συζητούμενη) επικρατούσα άποψη, ότι το Λύκειο… υποχρεούται να παρέχει τίτλο επιτυχούς ολοκλήρωσης σπουδών, σε όλους ανεξαιρέτως τους μαθητές του, εντελώς ανεξάρτητα από το επίπεδο γνώσης και δεξιότητας που αυτοί κατέκτησαν. Έτσι, έχουμε ένα Λύκειο που, αντί να προκαλεί και να κερδίζει το σεβασμό και την εκτίμηση των σπουδαστών του, αντιθέτως, τους προτρέπει να ασχοληθούν με οτιδήποτε άλλο επιθυμούν, αφού ο τίτλος σπουδών που παρέχει είναι εκ των προτέρων εξασφαλισμένος – και εντελώς ανούσιος.

Σε πείσμα των αγαπημένων συνηθειών και διεκδικήσεων της «τυπικής» Ελληνικής εκπαιδευτικής κοινότητας, η αλήθεια είναι ότι το καλό σχολείο είναι ένα αυστηρό σχολείο. Αυστηρό, όχι στις νόρμες που καθορίζουν τις διαπροσωπικές σχέσεις διδασκόντων και διδασκομένων, αλλά στην προσήλωσή του στον εκπαιδευτικό του στόχο, στη δομή του, στο ωράριο την ένταση και την απόδοση της εργασίας του. Είτε μας αρέσει είτε όχι, οι έφηβοι μαθητές που αδιαφορούν απαξιώνοντας το σχολείο (και το ίδιο το μέλλον τους), δεν κάνουν τίποτα περισσότερο ή λιγότερο, από το να μιμούνται τους δασκάλους τους…

Αρκεί μια ματιά στις διαφορές μεταξύ των βαθμών των απολυτηρίων και των βαθμών πρόσβασης των αποφοίτων (αλήθεια, γιατί ποτέ δεν θίγεται αυτό το θέμα;), για να συνειδητοποιήσει κανείς τον απολύτως χαοτικό και αναξιοκρατικό τρόπο με τον οποίο αξιολογούνται (;) ενδοσχολικά οι μαθητές του λυκείου. 

Είναι χαρακτηριστική (και επισημαίνει πολλά, πολύ περισσότερα από αυτά που αναφέρουν οι λέξεις της…), η παρατήρηση που περιέχεται στην έκθεση που παραδόθηκε από το παιδαγωγικό ινστιτούτο στο Υπουργείο Παιδείας, τον Απρίλιο του 2005: Η κακώς εννοούμενη επιείκεια δεν βοηθά στην πρόοδο των μαθητών. Αντιθέτως, υπονομεύει τις σπουδές τους και παράλληλα προκαλεί πολλά προβλήματα στην αποτελεσματικότητα της εκπαιδευτικής διαδικασίας.

 

3. Η Αξιοκρατία, το Δικαίωμα στη Διάκριση και ο Ρόλος του Υπουργείου Παιδείας.

            Το να αφήσουμε κατά μέρος τις «φιλολαϊκές», δημαγωγικές και αντιπαιδαγωγικές κορώνες περί «ελεύθερης εισαγωγής όλων» στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, ίσως να αποτελεί την αναγκαία εκείνη συνθήκη, που θα μας οδηγήσει σε μια σοβαρή ενασχόληση με το κρίσιμο αυτό θέμα…

Κατ` αρχήν, ένα εκπαιδευτικό σύστημα που σέβεται τον εαυτό του, οφείλει να εξασφαλίζει και να εγγυάται σε όλους ανεξαιρέτως τους μετόχους του, τη σταθερή, μόνιμη και απαρέγκλιτη τήρηση δύο βασικών αρχών: Πρώτον, την απόλυτη, ανεμπόδιστη (και, όπου χρειάζεται, υποβοηθούμενη) δυνατότητα πρόσβασης σε όλες τις πτυχές και βαθμίδες της εκπαίδευσης και, δεύτερον, τη δυνατότητα της ατομικής διάκρισης, μέσα από δίκαιη και αμερόληπτη αξιολόγηση – με άλλα λόγια, την αξιοκρατία.

Στην Ελλάδα του 2006, όλοι συμφωνούμε ότι ο αποκλεισμός, η στέρηση της δυνατότητας πρόσβασης σε οποιαδήποτε εκπαιδευτική διαδικασία, είναι ένα απαράδεκτο φαινόμενο κοινωνικής αναλγησίας, με υψηλότατο κοινωνικό (και όχι μόνο) κόστος. Δυστυχώς όμως, φαίνεται πως δεν συμφωνούμε όλοι, ότι τα ίδια ακριβώς χαρακτηριστικά έχει και η (προς τα κάτω) ισοπέδωση, την οποία προάγει η έλλειψη σαφών, αντικειμενικών και αμερόληπτων κριτηρίων αξιολόγησης.

Κανένα ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, δεν επιθυμεί φοιτητές (ή, πολύ περισσότερο, πτυχιούχους), οι οποίοι δεν πληρούν κάποια ελάχιστα ποιοτικά χαρακτηριστικά. Κανένας απόφοιτος Λυκείου δεν επιθυμεί να φοιτήσει σε ένα τέτοιο εκπαιδευτικό ίδρυμα και καμία Ελληνική οικογένεια δεν επιθυμεί να στείλει το παιδί της εκεί. Η θέσπιση ικανών και δίκαιων κριτηρίων αξιολόγησης (των πάντων), αποτελεί  αναπόσπαστο συστατικό και απαραίτητη προϋπόθεση της ποιοτικής εκπαίδευσης που (υποτίθεται πως) όλοι θέλουμε.

Στην εκπαίδευση (και, προφανώς, όχι μόνο σε αυτή), τα δίκαια και αντικειμενικά κριτήρια προάγουν την αξιολόγηση και η αξιολόγηση προάγει την αξιοκρατία. Σε αυτήν τη λογική εντάσσονται οι Πανελλαδικές εξετάσεις που καθορίζουν τη μετάβαση από τη δευτεροβάθμια στην τριτοβάθμια βαθμίδα εκπαίδευσης. Η διενέργεια των εξετάσεων με το μηχανισμό και υπό την πλήρη ευθύνη του Υπουργείου Παιδείας, διασφαλίζει το κύρος και την εγκυρότητα του θεσμού, παρέχοντας σε όλους τους εμπλεκόμενους την εγγύηση μιας ασφαλούς και αξιόπιστης διαδικασίας.

 

 

Οι Σπουδές Μέσα στο Λύκειο: Προαγωγή και απόλυση.

 

1. Η (Παρεξηγημένη;) Έννοια της «Υποχρεωτικής» Εκπαίδευσης.

            Είναι – και σωστά – θέμα χρόνου, η θέσπιση της 12ετούς υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Κοινότοπο, χιλιοειπωμένο και αληθές, ότι η εκπαίδευση των παιδιών μας, αποτελεί το σημαντικότερο περιουσιακό μας στοιχείο, είτε αναφερόμαστε σε οικογενειακό, είτε αναφερόμαστε σε Εθνικό επίπεδο.

.

Το Λύκειο, ως το «τελικό σύνορο» της ελάχιστης απαιτούμενης εκπαίδευσης, φέρει την βαρύτατη ευθύνη να προετοιμάσει γνωστικά, πνευματικά και ηθικά τους αποφοίτους του, ώστε να μπορούν να αντεπεξέλθουν στις προκλήσεις που θα αντιμετωπίσουν, ανεξάρτητα από την ενδεχόμενη – ή μη – εισαγωγή τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. 

 

2. Η Α΄ Λυκείου.

Τάξη γενικής παιδείας, προπαρασκευής και προσανατολισμού.

Προαγωγικές εξετάσεις σε επίπεδο περιφέρειας, με ερωτήσεις από τράπεζα θεμάτων. Τα γραπτά διορθώνονται από εκπαιδευτικούς άλλου σχολείου. Οι επιδόσεις των μαθητών (προαιρετικά – συμβουλευτικά), αποτελούν «μέτρο», ενδεικτικό της κατεύθυνσης που θα ακολουθήσουν στην επόμενη τάξη. Ο βαθμός προαγωγής της τάξης είναι ο απλός αριθμητικός μέσος (μέσος όρος) όλων των μαθημάτων στα οποία εξετάστηκε ο μαθητής.

 

3. Η Β΄ Λυκείου.

Τάξη εισαγωγής στη λογική των κατευθύνσεων.

Έναρξη λειτουργίας 3 κατευθύνσεων σπουδών: Ανθρωπιστικών Σπουδών, Θετικών & Τεχνολογικών Σπουδών, Οικονομικών & Κοινωνικών Σπουδών.

Προαγωγικές εξετάσεις σε επίπεδο περιφέρειας, με ερωτήσεις από τράπεζα θεμάτων. Τα γραπτά διορθώνονται από εκπαιδευτικούς άλλου σχολείου. Ο βαθμός προαγωγής της τάξης είναι ο απλός αριθμητικός μέσος (μέσος όρος) όλων των μαθημάτων στα οποία εξετάστηκε ο μαθητής.

 

4. Η Γ΄ Λυκείου.

Τάξη εισαγωγής στη λογική της επιλεγμένης ειδίκευσης. Συνεχίζουν να λειτουργούν, και μάλιστα με μεγαλύτερη έμφαση και εμβάθυνση στα σχετικά μαθήματα, οι 3 κατευθύνσεις που εισήχθησαν στη Β΄ Λυκείου.

Απολυτήριες εξετάσεις σε επίπεδο περιφέρειας, με ερωτήσεις από τράπεζα θεμάτων. Τα γραπτά διορθώνονται από εκπαιδευτικούς άλλου σχολείου. Ο βαθμός απόλυσης (βαθμός απολυτηρίου) είναι ο απλός αριθμητικός μέσος (μέσος όρος) όλων των μαθημάτων στα οποία εξετάστηκε ο μαθητής.

 

Σημαντική παρατήρηση (για να μη χάσουμε και τα αυτονόητα…).

Σε κάθε σύγχρονο, καλά δομημένο και φιλόδοξο εκπαιδευτικό σύστημα, η αξία της (διαγνωστικής ή προαγωγικής) εξέτασης, είναι δεδομένη και αδιαμφισβήτητη.

Είναι άλλο ζήτημα ο σεβασμός στην προσωπικότητα και στις ατομικές δεξιότητες κάθε μαθητή χωριστά και άλλο η δυνατότητα – υποχρέωση του εκπαιδευτή να διαπιστώσει το γνωστικό υπόβαθρο των εκπαιδευόμενων και να μετρήσει την αποτελεσματικότητα της διδασκαλίας του, αναπροσαρμόζοντάς την, εάν χρειάζεται, προς όφελος των μαθητών του. Για έναν συνειδητοποιημένο και άξιο δάσκαλο, κάθε εξέταση των μαθητών του, είναι και μια εξέταση για τον ίδιο. Εξέταση – πρόκληση και αφορμή, για τη δημιουργική αναζήτηση καλύτερων διδακτικών προσεγγίσεων.

 

Η Διαδικασία Εισαγωγής στην (Κρατική ή Ιδιωτική) Τριτοβάθμια Εκπαίδευση.

 

1. Ο Βαθμός Πρόσβασης.

            Υπάρχουν 4 βαθμοί πρόσβασης. Ένας για κάθε τάξη του Λυκείου και ένας γενικός. Ο βαθμός πρόσβασης κάθε τάξης, προκύπτει (όπως ο σημερινός βαθμός πρόσβασης της Γ΄ Λυκείου), με προσαρμογή του προφορικού βαθμού στο γραπτό και στάθμιση. Ο γενικός βαθμός πρόσβασης, είναι ο σταθμικός μέσος των βαθμών πρόσβασης των τριών Λυκειακών τάξεων. Οι αντίστοιχοι συντελεστές βαρύτητας (ποσοστά συμμετοχής) κάθε τάξης είναι 10% για την Α΄, 20% για τη Β΄ και 70% για τη Γ΄ Λυκείου. Ο γενικός βαθμός πρόσβασης, συμμετέχει κατά 50% στη διαμόρφωση των μορίων, που θα κρίνουν την εισαγωγή του υποψηφίου στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

 

 

2. Οι Πανελλαδικές Εξετάσεις Εισαγωγής στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση.

            Μετά τη λήξη των απολυτηρίων εξετάσεων της Γ΄ Λυκείου, όσοι απόφοιτοι Λυκείου επιθυμούν την εισαγωγή τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, και έχουν βαθμό πρόσβασης τουλάχιστον τη βάση, εξετάζονται σε εθνικό επίπεδο, στα μαθήματα της κατεύθυνσής τους. Η εξεταστέα ύλη αυτών των εξετάσεων, είναι το σύνολο της διδακτέας ύλης και των τριών τάξεων του Λυκείου.

Οι βαθμοί αυτών των γραπτών, συμμετέχουν, στο σύνολό τους, κατά 50% στη διαμόρφωση των μορίων, που θα κρίνουν την εισαγωγή του υποψηφίου στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Τα Πανεπιστημιακά τμήματα, ανάλογα με τη φιλοσοφία, τη φυσιογνωμία, τους στόχους και τα προγράμματα των σπουδών τους, έχουν το δικαίωμα – αλλά και την υποχρέωση – να καθορίσουν τους επιμέρους συντελεστές βαρύτητας για κάθε ένα από τα πανελλαδικώς εξεταζόμενα μαθήματα, καθορίζοντας έτσι ποιες γνώσεις και δεξιότητες των υποψηφίων επιθυμούν να πριμοδοτήσουν.

Η ευρεία (με θεσμοθετημένο, σαφή και ηγετικό ρόλο) συμμετοχή του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου στη διαδικασία επιλογής των θεμάτων, θα προστατεύσει τις εξετάσεις και τους διαγωνιζόμενους από τα λάθη του παρελθόντος. Παράλληλα, η συμμετοχή των εκπαιδευτικών φορέων (ΟΛΜΕ, ΟΙΕΛΕ, ΟΕΦΕ) στις ομάδες ελέγχου και επίλυσης των θεμάτων, θα θωρακίσουν την ασφάλεια και την αξιοπιστία του θεσμού.

Η επιτήρηση των εξεταζόμενων μαθητών – υποψηφίων στη διάρκεια των εξετάσεων, οφείλει να διασφαλίζει την αντικειμενικότητα και την ισονομία του θεσμού. Είναι απαράδεκτα τα (υπαρκτά) φαινόμενα ελλιπούς ή και, ακόμα χειρότερα, ανύπαρκτης επιτήρησης. Πόσο μάλλον, οι (μεμονωμένες, αλλά επίσης υπαρκτές) υποδείξεις, από τους «επιτηρητές» προς τους διαγωνιζόμενους υποψηφίους…

Η βαθμολόγηση των γραπτών πρέπει να γίνεται με μεγάλη προσοχή και ευαισθησία και πάντα υπό τις σαφείς, έγκυρες και έγκαιρες οδηγίες της θεματοδοτικής επιτροπής. Βαθμολογικές διαφορές της τάξης των 20 και των 30 μορίων, επισημαίνουν μία (θλιβερή) αλήθεια: Ότι, σε βάρος των κόπων και των φιλοδοξιών ενός μαθητή, τουλάχιστον ένας από τους δύο βαθμολογητές δεν έκανε καλά τη δουλειά του. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η «διόρθωση» που προκύπτει από την παρέμβαση του 3ου βαθμολογητή, μπορεί να συνιστά τη μείωση – αλλά όχι την αναίρεση – μιας κατάφορης αδικίας…       

 

3. Αγγλικά & Βασικές Γνώσεις Πληροφορικής: Εκ των ουκ άνευ…

            Στην Ελλάδα (στην Ευρώπη, στον κόσμο…) του 2006, δεν νοείται φοιτητής που δεν γνωρίζει Αγγλικά και δεν έχει μια στοιχειώδη ευχέρεια στη χρήση των βασικών εργαλείων της πληροφορικής.

Οι εξετάσεις για τα Κρατικά πιστοποιητικά γλωσσομάθειας, έχουν ήδη θεσμοθετηθεί και γίνονται κανονικά. Ίσως είναι καιρός να προχωρήσουμε και σε αντίστοιχες εξετάσεις για την πιστοποίηση των γνώσεων πληροφορικής.

Τα πιστοποιητικά αυτών των δεξιοτήτων μπορούν να προέρχονται είτε από Κρατικό, είτε από πιστοποιημένο ιδιωτικό φορέα. Σε κάθε περίπτωση, είναι λογικό – και απολύτως απαραίτητο – να θεωρούνται προαπαιτούμενα, για την εγγραφή σε οποιοδήποτε τμήμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.  

 

 

Τελικές Επισημάνσεις.

            Σε μια περιεκτική αλλά σύντομη αποτύπωση, όπως αυτή που επιχειρήθηκε σε αυτές τις σελίδες, είναι φυσικά αδύνατον να γίνει πλήρης καταγραφή όλων των παραμέτρων που συνδέονται και επηρεάζουν το θέμα των σπουδών στο Λύκειο και της πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Για παράδειγμα, θέματα όπως ο επαγγελματικός προσανατολισμός, η επέκταση και, κυρίως, η ποιοτική αναβάθμιση της τεχνικής – επαγγελματικής εκπαίδευσης, η σύνδεση της εκπαίδευσης με τα καθημερινά κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα, το περιεχόμενο των αναλυτικών προγραμμάτων, η επιμόρφωση και η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, είναι θέματα κεφαλαιώδους σημασίας, άμεσα συνδεδεμένα με το υπό μελέτη ζήτημα.            

            Σε μια χώρα όπως η Ελλάδα όπου, αν ρωτούσαμε τους μαθητές του Λυκείου αν – και τι – θέλουν να σπουδάσουν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, όλοι θα απαντούσαν καταφατικά και θα μας ανέφεραν εμφαντικά το πολύ 9-10 («καλά» και περιζήτητα) Πανεπιστημιακά τμήματα, η διαδικασία μετάβασης από τη δευτεροβάθμια στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, δεν μπορεί να είναι ούτε απλή, ούτε εύκολη. Με αυτά τα δεδομένα, είναι εξαιρετικά δύσκολο – ίσως και εντελώς ανέφικτο – να βρεθεί η «τέλεια» λύση στο πρόβλημα. Ωστόσο, είμαστε υποχρεωμένοι να αναζητήσουμε τη βέλτιστη λύση, μια λύση που θα συνάδει απολύτως με τη στρατηγική και τις φιλοδοξίες του εκπαιδευτικού μας συστήματος.

Η πρόταση που προηγήθηκε, αφορά στην πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, είτε αυτή αναφέρεται σε Κρατικά, είτε αναφέρεται σε Ιδιωτικά ιδρύματα. Εάν επιθυμούμε να κρατήσουμε ψηλά τον πήχη στα αυριανά μη Κρατικά ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, αυτά θα πρέπει να περιλαμβάνονται στο μηχανογραφικό δελτίο των υποψηφίων και να προσεγγίζονται με την ίδια ακριβώς μεθοδολογία όπως και τα Κρατικά.

Σε κάθε περίπτωση, η μεθοδολογία της σκέψης που οδήγησε στην παρούσα πρόταση, προσπαθεί να τονίσει τρία βασικά ποιοτικά χαρακτηριστικά:

1.       Η συνεπής φοίτηση στο Λύκειο, δίνει σε όλους το δικαίωμα πρόσβασης.

2.       Η αυξημένη κλίση και δεξιότητα στα μαθήματα που είναι βασικά για τον επιλεγμένο κλάδο σπουδών, βοηθά τη διάκριση.

3.       Η συνολική, διαρκής και συστηματική προσπάθεια και στις τρεις τάξεις του Λυκείου, σε συνδυασμό με τη δίκαιη και αντικειμενική αξιολόγηση, οδηγεί στην ανταμοιβή και στην επιτυχία.

Αυτά τα χαρακτηριστικά, νομίζουμε ότι θα πρέπει να καθορίζουν, όχι μόνο την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, αλλά την εκπαιδευτική φιλοσοφία και πρακτική όλου του εκπαιδευτικού μας συστήματος.

Κάθε καλοπροαίρετος αναγνώστης, μπορεί να μελετήσει αυτήν την πρόταση, κρατώντας τα θετικά και απομονώνοντας τα αρνητικά της σημεία. Κάθε κακοπροαίρετος αναγνώστης, θα κάνει ακριβώς το αντίθετο. Όμως, τι δουλειά έχει κάποιος κακοπροαίρετος στην εκπαίδευση;

 

Γεώργιος Χατζητέγας

Πρόεδρος Ο.Ε.Φ.Ε.