ΜΕ ΑΓΑΠΗ

 

Το όνομα του ήταν  Νίκος Εμμανουήλ. Οι γονείς του ήταν πρόσφυγες. Η μητέρα του από την Αλεξανδρούπολη κι ο πατέρας του από τη Σμύρνη της Μ. Ασίας. Ήταν και οι δύο τους  δάσκαλοι και γνωρίστηκαν στα Ρύζια του Ν. Έβρου. Εκεί  αποφάσισαν να παντρευτούν με κουμπάρα τη συνάδελφό τους, την κυρία Κούλα. Οι δεσμοί ανάμεσα στις δυο αυτές οικογένειες  έγιναν πιο στενοί κι αργότερα βάφτισαν  και το παιδί που απέκτησαν, το Νίκο.

Ξεκίνησε για την Αλεξανδρούπολη, τη δεύτερη πατρίδα του. Πήγε στη μητέρα του που αναπαυόταν στο νεκροταφείο της πόλης της Ξάνθης, της άφησε  ένα λουλουδάκι. Ανέβηκε στο αμάξι  και πήρε το δρόμο του προορισμού του. Στο μυαλό του γυρνούσαν θύμησες μιας άλλης εποχής.

Όταν ήταν μικρός 10-12  χρόνων χέρι  χέρι με την κυρά Σμαρώ , τη μητέρα του, πηγαίνανε να επισκεφτούνε τη νονά του, την κυρία Κούλα, στην Αλεξανδρούπολη. Ο Νίκος  κι η μητέρα του, η κυρά Σμαρώ, μπήκανε από ένα παράδρομο στη Λεωφόρο Δημοκρατίας. Σταματήσανε μπροστά σ’ ένα όμορφο νεοκλασικό κτίριο. Τους  άνοιξε η νονά του, την αγκάλιασε, έτρεξε στο νονό του τον κύριο Σίμο και στον γιό τους, τον Στράτο.  Ήταν καλοκαίρι, ζέστη πολύ. Ο πατέρας του μετέφερε τις αποσκευές τους. Μπήκανε μέσα.

-«Πως τα περνάτε εδώ;», είπε ο Νίκος  στον Στράτο.

-«Εδώ είναι καλά· πηγαίνουμε στη Νέα Χιλή για μπάνιο. Από κορίτσια  πως τα πας;», τον ρώτησε ο Στράτος. Κοκκίνισε !  Ήτανε  μικρός για τέτοια, ενώ ο Στράτος   ήταν δύο χρόνια μεγαλύτερος.

-«Του χρόνου θα μετακομίσουμε στην Αθήνα.  Πήραμε μετάθεση σ’ ένα σχολείο εκεί», του είπε η νονά του. «Ελπίζω, Νίκο  μου, να έρχεσαι να μας βλέπεις. Να μην ξεχάσεις την νονά και το νονό σου».

Πέρασαν αρκετά χρόνια . Ήταν  φοιτητής στην Ρουμανία, όταν τους επισκέφτηκε. Ο χρόνος είχε ρίξει άσπρες νιφάδες στα μαλλιά της νονάς και του νονού του. Ο νονός δυσκολευόταν να περπατήσει. Ο Στράτος, άνδρας πια , τον  ρώτησε πώς είναι τα κορίτσια  εκεί στη Ρουμανία. Πρέπει να πέφτουν εύκολα στους ξένους. Ο κομμουνισμός βλέπεις», του είπε.   Ο Νίκος κοκκίνισε  χωρίς να μπορεί  να καταλάβει τον λόγο.

-«Πολύ ντροπαλός είσαι φίλε μου», του είπε. «Πάμε να σου δείξω τη ζωή της Αθήνας». Τον  γύρισε  σε όλα τα μπαρ, του έδειξε την Ακροπολη!

Τα χρόνια περνούσαν  σαν νερό. Ο Νίκος τέλειωσε το Πανεπιστήμιο, το στρατό, άνοιξε δικό του φροντιστήριο, παντρεύτηκε, έκανε ένα όμορφο αγοράκι, το Γιαννάκη, χώρισε. Το νονό , τη νονά και το Στράτο τους έχασε!

Στην  Ελλάδα του σήμερα . Αποφάσισε να τους βρει ! Με την βοήθεια της νέας τεχνολογίας πράγματι τους βρήκε! Ξέρετε Ιντερνέτ – Face Book. Με τρεμάμενα χέρια άρχισε  να σχηματίζει τον αριθμό του τηλεφώνου τους.

-«Ναι;»,  άκουσε μια ανδρική φωνή να του απαντά!

 - «Στράτο;»

- «Ποιος είναι ;»

-«Ο Νίκος  από Ξάνθη», «Τι κάνει η νονά, ο νονός;» Τα λόγια του καρφώνονταν  στο μυαλό του.

- «Ο νονός σου πέθανε εδώ και τρία  χρόνια, η νονά είναι καλά και  θα χαρεί να σε ακούσει. Εγώ παντρεύτηκα επιτέλους, έχω και ένα μικρό αγοράκι,  Σίμο στο όνομα, όπως και το νονό σου».

Ο Νίκος δεν μπόρεσε να συγκρατήσει  το κλάμα του. Ο νονός του πέθανε , δεν τον πρόλαβε!

- «Εσύ τι γίνεται; Τι κάνει η γυναίκα σου, ο Γιαννάκης;»

-«Χώρισα , ο Γιαννάκης είναι φοιτητής στην Πληροφορική. Η δουλειά καλά , θα έλεγα. Θέλω να μιλήσω στη  νονά!»

-«Πάρτη στο  τηλέφωνο! Θα χαρεί να σε ακούσει!»

-«Νονά, κυρία Κούλα, τι κάνεις;»

-«Μη μου πεις ότι είσαι ο μικρός μου βαφτισιμιός;»

- «Νονά μου, λυπάμαι τόσο πολύ για το νονό. Άργησα…»

-«Αυτά έχει η ζωή.  Λυπάμαι κι εγώ για τους δικούς σου. Τι κάνει η γυναίκα και το παιδί σου;»

«Νονά πότε μπορώ να σε δω;»

 «Το καλοκαίρι θα έρθω, όπως και κάθε χρονιά, στην Αλεξανδρούπολη. Έλα εκεί στη Ν. Χιλή, στο εξοχικό μας, γιατί το άλλο το πουλήσαμε. Η κρίση βλέπεις! Η εφορία μας τα πήρα όλα! Εγώ με μια ψαλιδισμένη σύνταξη, ο Στράτος οδοντίατρος με μειωμένη κίνηση στο ιατρείο του. Άστα!! »

- «Νονά μου θα έλθω. Στο υπόσχομαι. Θα είμαι μαζί σου, έστω και για λίγο, όπως παλιά, μόνο που τώρα είμαι μόνος, χώρισα, νονά!!! »

- «Άχχ!! Θα σε περιμένω».

-«Ο Θεός να σε έχει καλά, νονά, αγαπημένη μου νονά!! »Ο Νίκος έμεινε με το τηλέφωνο στο χέρι, τα δάκρυα στα μάτια, τις θύμισες στο νου , μια πέτρα στην καρδιά! 

Από τότε που χώρισε , βρήκε μια ρουμάνα, που νόμισε  πως τον  αγάπησε. Ήταν μικρούλα και όταν μεγάλωσε τον  χώρισε  για να ζήσει τη  ζωή της. Ήταν  τόσο μόνος…. Έμενε σ’  ένα μεγάλο σπίτι με τέσσερα  δωμάτια κι ένα μεγάλο κενό στην καρδιά του! Από τότε ψάχνει να βρει την κοπέλα που θα τον κάνει πάλι ευτυχισμένο, αλλά βλέπεις τα χρόνια έχουν περάσει και άφησαν πάνω τους γερά σημάδια!

Ρώτησα ένα λουλούδι, ένα πουλί και έναν άνθρωπο τι είναι η αγάπη. Τότε το λουλούδι άνθησε , το πουλί άρχισε να κελαηδά και ο άνθρωπος δάκρυσε!

Δεδέαγατς , το δένδρο του παππού, μια τοπική παράδοση ενός σοφού δερβίση που πέρασε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του στη σκιά ενός τοπικού δέντρου και τελικά θάφτηκε δίπλα σε αυτό. Έτσι λέγανε την Αλεξανδρούπολη, τη δεύτερη πατρίδα του. Εκεί γεννήθηκε και μεγάλωσε η αγαπημένη του μητέρα.  Φόβος και τρόμος ,αλλά και  μεγάλη αγάπη όλων των μαθητών της! Δούλεψε στα Ρύζια ένα χωριό του Ν. Έβρου κι εκεί γνωρίστηκε με την κυρά Κούλα, τη νονά του.  Αυτή πάντρεψε τον μπαμπά και τη μαμά του!  Θυμάται που βγαίνανε οικογενειακά στην παραλία κάτω από το Φάρο. Παίζανε με το Στράτο στο Λούνα Παρκ της παραλίας. Κοιτούσε το φάρο, που περιοδικά χτυπούσε με το φως του τα απέναντι του διαμερίσματα!   Πόσο ανέμελη ζωή ήταν τότε…. Ζωή χωρίς προβλήματα, χωρίς κρίση, χωρίς αρρώστιες, με αγάπη, με αληθινή αγάπη!

Η μεγαλύτερη ευτυχία στη ζωή είναι η πίστη ότι μας αγαπούν!

Ο Νίκος συνέχισε το ταξίδι του. Πέρασε  από την Κομοτηνή, το Σαψί, έφτανε στην Αλεξανδρούπολη. Αντίκρισε τη θάλασσα , κάπου εκεί πρέπει να είναι η Ν. Χιλή, κάπου εκεί πρέπει να είναι η νονά και ο Στράτος!  Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει όσο πλησίαζε το σπίτι τους.

-«Πώς να είναι η νονά μου; Τι θα μου πει σα με δει ύστερα από τόσα χρόνια;», σκεφτότανε ο Νίκος.

Χτύπησε το κουδούνι. Η πόρτα άνοιξε. Τότε είδε μια νεαρή κοπέλα. Η καρδιά του άρχισε να χτυπά παράξενα!

- «Σιμόνα, ήλθε ο βαφτισιμιός μου;»

-«Νονά, νονά φώναξε και έτρεξε να τη βρει.» Την αγκάλιασε και κρύφτηκε μέσα σ’ αυτήν!

- «Λυπάμαι πολύ για το νονό. Ήθελα τόσο να τον δω!», είπε κι άφησε ένα δάκρυ να τρέξει  στο ταλαιπωρημένο πρόσωπο  του. Το ένα δάκρυ έγινε ποτάμι και έφτασε στο στόμα του.

-«Σιμόνα, φέρε ένα χαρτομάντιλο», είπε η νονά στην κοπέλα..

-«Έλα να σου γνωρίσω τον Πάνο, τον αγαπημένο μου βαφτισιμιό» .

Με πήρε από το χέρι και με πήγε κοντά στην κοπέλα.

Ο άνδρας ερωτεύεται ότι βλέπει η δε γυναίκα ότι ακούει!

 

-«Η Σιμόνα είναι από την Ρουμανία, είναι 27 χρονών, την έχω και με βοηθά.  » είπε η νονά του Νίκου. Το μυαλό του πήγε στην Ραμόνα, που τον  παράτησε όταν έγινε 27! Είχε μια τρελή  μανία με τις ρουμάνες, είχαν το κάτι τους που τον  τραβούσαν! Βλέπεις στην Ρουμανία όταν ήταν φοιτητής γνώρισε τον πρώτο του έρωτα. Θυμάται που την πήγαινε σε μια βίλα, ένα αρχοντικό που νοίκιαζε στην Σιναία , ένα όμορφο θέρετρο στα βουνά . Ένιωθε  μεγιστάνας τότε σε μια χώρα που την έπνιγε η δικτατορία του Τσαουσέσκου! Έδιωξε τις σκέψεις το και άπλωσε το χέρι του να την χαιρετήσει. Της μίλησε στα ρουμάνικα, την πήρε πιο πέρα και άρχισε να της μιλά  λες και την ήξερε χρόνια.

-«Σιμόνα, ετοίμασε μας κάτι να φάμε, να φιλέψουμε τον Νίκο και μετά πηγαίνετε μαζί στην παραλία να τα πείτε! »

- «Ο Στράτος τι κάνει; Που είναι τώρα;», ρώτησε.

-« Θα έρθει αύριο με την οικογένεια του.  θα τους δεις.»

Ο Νίκος κοιτούσε τη νονά του·  Ήταν η ίδια δυναμική γυναίκα, μόνο αρκετά ταλαιπωρημένη, χτυπημένη από τα γηρατειά !

 Έτρωγε και κοιτούσε τη Σιμόνα. Τον κρυφοκοιτούσε κι αυτή ! Ήταν τόσο όμορφη…  Το πρόσωπο της έλαμπε. Αυτό το πρόσωπο θα τρέλαινε κάθε άνδρα, σκέφθηκε.

Ούτε που κατάλαβε  πόσο γρήγορα πέρασε η ώρα. Πήρε τη Σιμόνα και πήγανε στην παραλία, κάτω από το Φάρο. Είχε μια έκθεση βιβλίου. Πολύς κόσμος πήγαινε εδώ κι εκεί. Ο Νίκος  δεν κοιτούσε  κανέναν. Μόνο εκείνην. Της μιλούσε, λες και την ήξερε χρόνια!  Την έπιασε  από το χέρι, λες τυχαία στην αρχή, μετά ζεστά. Δεν έφερε καμιά αντίσταση, αντίθετα του έσφιξε το χέρι.  Μια γλυκιά ζέστη τον  πλημύρισε. Είχε τόσο  καιρό να νιώσει έτσι….

-«Ξέρεις, Νίκο, μου αρέσουν οι ώριμοι άνδρες, όχι τα παιδάκια που δεν ξέρουν τι θέλουν».

-«Τώρα έχεις εμένα! Σου αρέσω;», της ψιθύρισε δειλά .

- «Δε θέλω να μου λες ψέματα. Τα μισώ!»-

- «Κι  αν κάποια μέρα με βαρεθείς, θέλω να μου το πεις, έτσι Σιμόνα;»,  της είπε.

 - «Δεν ξέρω…. Είσαι τόσο νέα, ίσως κάποια μέρα …»

 Άπλωσε το χέρι του, της χάιδεψε το πρόσωπο , την αγκάλιασε, πλησίασε τα χείλη του στα δικά της.

-«Θεέ μου, τι ζεστό φιλί!!» σκέφτηκε. Την αγκάλιασε. Το βλέμμα τους ήταν χαμένο στο θρακικό πέλαγος. Εκεί γνώρισε  ξανά την αγάπη, ξανάγινε παιδάκι. Αγκαλιασμένοι γυρίσανε σπίτι. Πόσο γρήγορα πέρασε η ώρα μαζί της!

Έφθασαν μαζί σπίτι. Η νονά κοιμότανε! Η Σιμόνα του ετοίμασε το κρεβάτι . ‘Έπεσε να κοιμηθεί, τη σκεφτότανε…

Τότε ένιωσε κάτι να τον  αγκαλιάζει.

-«Εγώ είμαι, μωρό μου! Νόμιζες ότι θα σε άφηνα μόνο σου;». Τότε του δόθηκε, με ένα πάθος που μόνο μια γυναίκα ξέρει να δίνει σαν να είναι η πρώτη και τελευταία φορά!  Το βράδυ εκείνο πέρασε τόσο γρήγορα, ένιωσε τουλάχιστον δέκα χρόνια μικρότερος.

-«Νίκο μου, ξύπνησες;» Μια φωνή με τρόμαξε! Ήταν η νονά μου!  Η Σιμόνα δεν βρισκόταν δίπλα του στο κρεβάτι. Ντύθηκε γρήγορα και πήγε στην κουζίνα. Εκεί βρήκε τη Σιμόνα μαζί με την νονά του να τον περιμένουν.

Έφαγαν όλοι μαζί  και μετά υποδέχθηκαν το Στράτο και την οικογένεια του.

«Πως πάνε οι γυναίκες;» του είπε. Αυτήν τη φορά δεν κοκκίνισε. Κοίταξε τη Σιμόνα και δεν έβγαλε μιλιά!  Το βράδυ πήρε τη Σιμόνα και πήγαν βόλτα εκεί στην πλατεία κάτω από τον φάρο, στο αγαπημένο του μέρος. Αύριο έφευγε και ήθελε να πουν ορισμένα πράγματα.

-«Αγάπη μου, αύριο πρέπει να φύγω».

-«Το ξέρω», του είπε και του έσφιξε το χέρι. «Δε θέλω να σε χάσω», του είπε και τον κοίταξε στα μάτια.

-«Ούτε κι εγώ! Θα έχουμε καθημερινή επικοινωνία με τηλέφωνο, με το ίντερνετ. Με θέλεις;» τη ρώτησε ο Νίκος.

-«Σαν τρελή, σε θέλω. ΣΕ ΘΕΛΩ για όλη μου την ζωή!»Την αγκάλιασε και τη φίλησε σαν να ήταν η τελευταία φορά! Πήγαν στο σπίτι, πέρασαν ακόμη μια νύχτα μαζί. Το πρωί ο Νίκος φίλησε τη νονά του και το Στράτο, τους ευχαρίστησε για τις λίγες, αλλά ωραίες στιγμές που πέρασαν μαζί. Τους υποσχέθηκε ότι θα ξαναέλθει του χρόνου το καλοκαίρι! Έπιασε το χέρι της Σιμόνας και την κοίταξε στα μάτια. Διέκρινε ένα δάκρυ στα μάτια της. Της χαμογέλασε.

-«Τε ιουμπέσκ (σε αγαπώ)», της είπε . Μπήκε στο αυτοκίνητο και πήρε το δρόμο της επιστροφής . Μπήκε στο μεγάλο του σπίτι, τώρα δεν ένιωθε μόνος, ήτανε η Σιμόνα μαζί του, στην καρδιά του !!!

 

Υ.Γ.  Χαρισμένο στην έμπνευση της ζωής μου! Στο κορίτσι με την οποία έζησα τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου. Στην κοπέλα που θα την θυμάμαι σε ολόκληρη την ζωή μου. Στην κοπέλα που ίσως να μην με συγχωρέσει ποτέ για τα αθώα, σκληρά, μικρά ή μεγάλα λάθη που της έκανα. Στην κοπέλα που με αγάπησε πάρα πολύ και την αγάπησα πάρα πολύ. Στην κοπέλα που ήταν , είναι και θα είναι ότι πολύτιμο έχω σε αυτήν την μάταιη ζωή. Στην Σιμόνα μου…..  12/06/13

Παναγιώτης Κιμούντρης

Φροντιστήριο <<ΝΕΑ ΓΝΩΣΗ>> Δαγκλή 1-3 Ξάνθη

25410-68881

info@neagnosi.gr                                                           www.neagnosi.gr

[ Επιστροφή στην Αρχική Σελίδα ]